χοίρος

χοίρος
(γουρούνι, sus scropha domesticus, Συς). Θηλαστικό της οικογένειας των συϊδών, της τάξης των αρτιοδάκτυλων. Πιθανόν οι διάφορες φυλές του προέρχονται από τον αγριόχοιρο, ο οποίος άρχισε να εξημερώνεται από την εποχή του λίθου (ο αγριόχοιρος είναι λεπτότερος, μικρότερος και έχει μικρότερους κυνόδοντες και τρίχωμα). Διαμορφώθηκαν δύο τυπικές κατηγορίες χ.: ευρωπαϊκός και ασιατικός: ο ευρωπαϊκός, που ζούσε ελεύθερος στα δάση και σταλιβάδια, έχει επίμηκες κεφάλι, όρθια αφτιά, λεπτά πόδια και ευλύγιστο σώμα· ο ασιατικός, που ζούσε κοντά στις κατοικίες μισοελεύθερος και συμπλήρωνε τη διατροφή του με δημητριακά που του έδινε ο άνθρωπος, έχει κοντό ρύγχος, παχύ σώμα και κοντά πόδια. Η χοιροτροφία διαδόθηκε στη Δύση από την Κίνα, όπου εκτρέφονταν χ. από την 4η χιλιετία, και άρχισε να συστηματοποιείται πριν από περίπου 2 αι. Σήμερα εκτρέφονται χ. σε όλες σχεδόν τις χώρες εξαιτίας της ευκολίας της διατροφής τους, της μεγάλης γονιμότητας, της ταχύτατης ανάπτυξης αλλά κυρίως γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέρη του ζώου. Ο χ. φιλοξενεί συχνά διάφορα παράσιτα, μεταξύ των οποίων η τριχίνη και η ταινία, που μπορεί να μεταδοθούν στον άνθρωπο. Οι λαοί της ισλαμικής και της ιουδαϊκής θρησκείας δεν τρώνε το κρέας του χ. για λόγους υγιεινής. H αγγλική φυλή χοίρων Γιορκσάιρ. Η αμερικανική φυλή χοίρων Σπότεντ Πόλαντ Τσάινα. Χοίροι σε φάρμα της Γαλλίας (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
ο / χοῑρος, ΝΜΑ, θηλ. χοῑρος, ἡ, Α
οικόσιτο θηλαστικό ζώο με ογκώδες σώμα, προτεταμένο ρύγχος και σκληρές τρίχες, γουρούνι
νεοελλ.
παροιμ. α) «τού χοίρου το μαλλί δεν γίνεται μετάξι» — ο ανάγωγος δεν αλλάζει εύκολα συμπεριφορά
β) «έπεσαν τ' άστρα τ' ουρανού και τα 'φαγαν οι χοίροι» — λέγεται για άτομα ευγενούς καταγωγής που ξέπεσαν και διασύρθηκαν
γ) «ο χοίρος τη λάσπη κυνηγά» — ο διεφθαρμένος συνηθίζει να συναναστρέφεται με ομοίους του
μσν.-αρχ.
είδος ψαριού τού Νείλου
αρχ.
1. χοιρίδιο, γουρουνόπουλο («θυσάμενος οὐ χοῑρον ἀλλά τι μέγα καὶ ἄπορον θῡμα», Πλάτ.)
2. (στους κωμικούς) το αιδοίο τής γυναίκας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η λ. χοῖρος (< *ghor-yo-) μπορεί να αναχθεί στην ετεροιωμένη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *gher-(s)- «παγώνω, γίνομαι σκληρός, ανατριχιάζω» (βλ. λ. χέρσος) και να συνδεθεί επομένως με τη λ. χήρ (< *ghēr «αγκαθωτό ζώο», βλ. λ
χήρ) με την υπόθεση μιας αρχικής σημ. «ζώο με σκληρές τρίχες» για τη λ. χοῖρος. Κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή, η λ. χοῖρος έχει προέλθει από τ. *ghoir-o- και συνδέεται με ένα αρμ. επίθ. gēr που χρησιμοποιείται για ζώα και ανθρώπους με σημ. «λιπαρός, παχύς», το οποίο, όμως, παραμένει δυσερμήνευτο και αμφίβολο. Η λ. χοῖρος—εκτός από την κύρια σημ. «οικόσιτο μικρό γουρούνι»— χρησιμοποιήθηκε με σημ. «είδος ψαριού που ζει στον Νείλο» είτε κατ' απόδοση μιας λ. τής γλώσσας τής Νουβίας είτε λόγω τής ομοιότητας τής μορφής και τών τροφικών συνηθειών τού ψαριού με τη μορφή και τις συνήθειες τού χοίρου. Τέλος, η λ. απαντά σε κωμικούς ποιητές με σημ. «γυναικείο αιδοίο». Από τη λ. χοῖρος έχουν προέλθει διάφορα τοπωνύμια (πρβλ. Χοιρέαι) και ανθρωπωνύμια (πρβλ. Χοιρίλος, Χοίρων, Χοιροθύων κ.ά.).
ΠΑΡ. χοίρειος, χοιρίδιο(ν), χοίρινος
αρχ.
χοιράφιος, χοιρίδιος, χοιρίζω, χοιρίνη, χοιρίον, χοιρίσκος
αρχ.-μσν.
χοιρικός, χοιρώδης
μσν.
χοιρεών, χοιριώ
νεοελλ.
χοιρινός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) χοιρέμπορος, χοιροβοσκός, χοιροκομείο(ν), χοιροπώλης, χοιροτρόφος
αρχ.
χοιρόκτονος, χοιροκτόνος, χοιρομάγειρος, χοιροσφάγος, χοιρότροπος, χοιροφαγία, χοιροφορβείον αρχ.-μσν. χοιράγχη
μσν.
χοιράγρα, χοιρόβιος, χοιροδέτης, χοιροκέφαλος, χοιρόνους, χοιρόφρων μσν.-νεοελλ. χοιρομάντρι
νεοελλ.
χοιρόδερμα, χοιρόλαιμος, χοιρομέρι, χοιροπαραγωγή, χοιροστάτης. (Β' συνθετικό) αγριόχοιρος, ακανθόχοιρος
αρχ.
εύχοιρος, ισόχοιρος, καλλίχοιρος
νεοελλ.
ινδόχοιρος, ποταμόχοιρος, σκαντζόχοιρος, υδρόχοιρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Χοῖρος — young pig masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοῖρος — young pig masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοίρος — ο 1. γουρούνι. 2. παροιμ., «Tου χοίρου το μαλλί μετάξι δε γίνεται», ο ανάγωγος δεν αλλάζει. 3. φρ., «O χοίρος τη λάσπη κυνηγά», ο διεφθαρμένος θέλει να συναναστρέφεται τους ομοίους του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χοίρω — Χοῖρος young pig masc nom/voc/acc dual Χοῖρος young pig masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χοῖρε — Χοῖρος young pig masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοῖρε — χοῖρος young pig masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χοῖροι — Χοῖρος young pig masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοῖροι — χοῖρος young pig masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χοῖρον — Χοῖρος young pig masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοῖρον — χοῖρος young pig masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”